Definition
▶
αποφασίζω
apofasízo
Η λέξη 'αποφασίζω' σημαίνει να παίρνω μια απόφαση ή να επιλέγω μια κατεύθυνση.
「αποφασίζω」という言葉は、決定を下すことや方向を選ぶことを意味します。
▶
Αποφασίζω να πάω διακοπές αυτό το καλοκαίρι.
私はこの夏休みに行くことに決めます。
▶
Σήμερα αποφάσισα να ξεκινήσω μια νέα δουλειά.
今日は新しい仕事を始めることに決めました。
▶
Πρέπει να αποφασίσω ποιο βιβλίο να διαβάσω πρώτα.
どの本を最初に読むか決めなければなりません。