Definition
▶
νοσταλγία
nostalgía
Η νοσταλγία είναι ένα συναίσθημα που προκαλεί την επιθυμία ή τη θλίψη για το παρελθόν, ειδικά για όμορφες στιγμές ή καταστάσεις.
ノスタルジアは、特に美しい瞬間や状況に対する過去への欲望や悲しみを引き起こす感情です。
▶
Όταν άκουσα το παλιό τραγούδι, με κατέκλυσε η νοσταλγία.
古い歌を聞いたとき、ノスタルジアに襲われました。
▶
Η νοσταλγία για τα παιδικά μου χρόνια με έκανε να χαμογελώ.
子供の頃へのノスタルジアは私を微笑ませました。
▶
Πολλές φορές, ταξιδεύοντας σε γνωστά μέρη, νιώθω νοσταλγία.
知られた場所を旅行していると、しばしばノスタルジアを感じます。