Definition
▶
μόνιμα
mónima
Η λέξη 'μόνιμα' σημαίνει κάτι που διαρκεί για πάντα ή δεν αλλάζει.
「μόνιμα」は、永遠に続く、または変わらないものを意味します。
▶
Η συμφωνία μας είναι μόνον για μόνημα.
私たちの合意は永久的です。
▶
Αυτό το σπίτι θα μείνει μόνημα στην οικογένεια.
この家は家族に永遠に残ります。
▶
Η απόφαση αυτή θα ισχύει μόνημα.
この決定は永久に有効です。