Definition
▶
θλίψη
thlýpsi
Η θλίψη είναι η κατάσταση της συναισθηματικής ή ψυχολογικής δυσφορίας που προκαλεί πόνο ή δυστυχία.
悲しみは、痛みや不幸を引き起こす感情的または心理的な不快感の状態です。
▶
Η θλίψη που νιώθω μετά την απώλεια του φίλου μου είναι αβάσταχτη.
友人を失った後の私の悲しみは耐えがたいです。
▶
Η θλίψη μπορεί να είναι δύσκολη, αλλά πρέπει να την αντιμετωπίσουμε.
悲しみは難しいかもしれませんが、私たちはそれに向き合う必要があります。
▶
Αυτή η θλίψη με κρατά ξύπνιο τη νύχτα.
この悲しみは私を夜通し起こさせます。