Definition
▶
οξύμωρο
oxymoro
Ο όρος «οξύμωρο» αναφέρεται σε μια έκφραση ή ιδέα που συνδυάζει δύο αντίθετες ή αντιφατικές έννοιες, δημιουργώντας μια παράδοξη κατάσταση.
「オクシモロン」という用語は、二つの反対または矛盾する概念を組み合わせた表現やアイデアを指し、逆説的な状況を生み出します。
▶
Η σιωπηλή κραυγή είναι ένα οξύμωρο που δείχνει την εσωτερική σύγκρουση.
静かな叫びは内面的な葛藤を示すオクシモロンです。
▶
Το φωτεινό σκοτάδι είναι ένα οξύμωρο που προκαλεί σκέψεις.
明るい暗闇は考えを引き起こすオクシモロンです。
▶
Ο όρος «σταθερή αλλαγή» είναι ένα οξύμωρο που περιγράφει την αναγκαιότητα προσαρμογής.
「安定した変化」という用語は適応の必要性を説明するオクシモロンです。