Definition
▶
προσαρμογή
prosaromí
Η προσαρμογή είναι η διαδικασία τροποποίησης ή ρύθμισης ενός στοιχείου ώστε να καλύπτει καλύτερα τις ανάγκες ή τις απαιτήσεις ενός συγκεκριμένου περιβάλλοντος ή συνθήκης.
調整とは、特定の環境や状況のニーズや要件をよりよく満たすように、要素を変更または調整するプロセスです。
▶
Η προσαρμογή του προγράμματος σπουδών είναι απαραίτητη για να ανταποκριθεί στις ανάγκες των μαθητών.
カリキュラムの調整は、生徒のニーズに応えるために必要です。
▶
Η προσαρμογή της θερμοκρασίας στο σπίτι είναι σημαντική για την άνεση μας.
家の温度調整は、私たちの快適さのために重要です。
▶
Η προσαρμογή των πολιτικών της εταιρείας έχει βοηθήσει στη βελτίωση της παραγωγικότητας.
会社の政策の調整は、生産性の向上に役立ちました。