Definition
▶
αποσύνθεση
aposýnthesi
Η αποσύνθεση είναι η διαδικασία κατά την οποία οργανικές ή ανόργανες ουσίες διασπώνται σε απλούστερες μορφές.
分解とは、有機物または無機物がより単純な形に分解されるプロセスです。
▶
Η αποσύνθεση των φυτικών υπολειμμάτων στο έδαφος βοηθά στην αναγέννηση των θρεπτικών ουσιών.
土壌中の植物残渣の分解は、栄養素の再生を助けます。
▶
Η αποσύνθεση των οργανικών υλικών είναι απαραίτητη για την οικολογική ισορροπία.
有機物の分解は、生態系のバランスにとって不可欠です。
▶
Η καλή αποσύνθεση των απορριμμάτων μειώνει την ρύπανση και βελτιώνει το περιβάλλον.
廃棄物の良好な分解は、汚染を減少させ、環境を改善します。