Definition
▶
συναρπαστικός
synarpastikós
Ο όρος 'συναρπαστικός' αναφέρεται σε κάτι που προκαλεί έντονο ενδιαφέρον ή ενθουσιασμό.
「συναρπαστικός」という言葉は、強い興味や興奮を引き起こすものを指します。
▶
Η νέα ταινία ήταν πραγματικά συναρπαστική και μας κράτησε σε αγωνία μέχρι το τέλος.
その新しい映画は本当にエキサイティングで、最後まで緊張感を保ちました。
▶
Οι περιπέτειες του ήρωα ήταν τόσο συναρπαστικές που δεν μπορούσα να σταματήσω να διαβάζω.
主人公の冒険はとてもエキサイティングで、読まずにはいられませんでした。
▶
Η συναυλία ήταν μια συναρπαστική εμπειρία που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
コンサートは忘れられないほどエキサイティングな体験でした。