Definition
▶
χαλαρώνω
chalaráno
Η διαδικασία κατά την οποία το σώμα και το πνεύμα απελευθερώνονται από την ένταση και το άγχος.
신체와 마음이 긴장과 스트레스를 해소하는 과정입니다.
▶
Μετά από μια κουραστική μέρα, μου αρέσει να χαλαρώνω με ένα καλό βιβλίο.
힘든 하루를 보낸 후, 좋은 책을 읽으면서 휴식을 취하는 것을 좋아합니다.
▶
Η μουσική με βοηθά να χαλαρώνω και να ξεχνάω τα προβλήματά μου.
음악은 내가 긴장을 풀고 내 문제를 잊는 데 도움을 줍니다.
▶
Στο σπα, μπορείς να χαλαρώνεις και να απολαμβάνεις τη ζωή.
스파에서 당신은 휴식을 취하고 삶을 즐길 수 있습니다.