Definition
▶
προτιμώ
protimó
Η λέξη 'προτιμώ' σημαίνει ότι προτιμώ κάτι από κάτι άλλο.
단어 'προτιμώ'는 다른 것보다 어떤 것을 선호한다는 의미입니다.
▶
Προτιμώ τον καφέ από το τσάι.
나는 차보다 커피를 선호합니다.
▶
Προτιμώ να διαβάζω βιβλία παρά να βλέπω τηλεόραση.
나는 TV 보는 것보다 책 읽는 것을 선호합니다.
▶
Προτιμώ τις καλοκαιρινές διακοπές από τις χειμερινές.
나는 겨울보다 여름 휴가를 선호합니다.