Definition
▶
προκαλώ
prokalo
Η λέξη 'προκαλώ' σημαίνει να δημιουργώ μια κατάσταση ή ένα αποτέλεσμα που έχει αντίκτυπο σε κάτι ή κάποιον.
단어 'προκαλώ'는 어떤 것이나 누군가에게 영향을 미치는 상황이나 결과를 만들어내는 것을 의미합니다.
▶
Η κακή διατροφή μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην υγεία.
불량한 식습관은 건강에 문제를 일으킬 수 있습니다.
▶
Η απόφαση του προέδρου προκαλεί ανησυχία στους πολίτες.
대통령의 결정은 시민들에게 불안을 초래합니다.
▶
Επιπλέον, οι φυσικές καταστροφές μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές.
또한, 자연 재해는 심각한 피해를 초래할 수 있습니다.