Definition
▶
συγκριτικός
synkritikós
Ο συγκριτικός βαθμός είναι η μορφή ενός επιθέτου που χρησιμοποιείται για να συγκρίνει δύο ή περισσότερα στοιχεία μεταξύ τους.
비교급은 두 개 이상의 요소를 서로 비교하는 데 사용되는 형용사의 형태입니다.
▶
Ο Ανδρέας είναι συγκριτικά καλύτερος μαθητής από τον Γιάννη.
안드레아스는 얀니스보다 비교적으로 더 나은 학생입니다.
▶
Αυτή η ταινία είναι συγκριτικά πιο ενδιαφέρουσα από την προηγούμενη.
이 영화는 이전 영화보다 비교적으로 더 흥미롭습니다.
▶
Ο καιρός σήμερα είναι συγκριτικά πιο ζεστός από χθες.
오늘 날씨는 어제보다 비교적으로 더 따뜻합니다.