Definition
▶
αποφασίζω
apofasízo
Αποφασίζω σημαίνει να παίρνω μια απόφαση ή να επιλέγω μια κατεύθυνση δράσης.
결정하다란 어떤 결정을 내리거나 행동 방향을 선택하는 것을 의미한다.
▶
Αποφάσισα να αλλάξω δουλειά.
나는 직업을 바꾸기로 결정했다.
▶
Πρέπει να αποφασίσεις αν θα έρθεις μαζί μας.
너는 우리와 함께 올지 결정해야 한다.
▶
Η επιτροπή αποφάσισε να χρηματοδοτήσει το έργο.
위원회는 프로젝트에 자금을 지원하기로 결정했다.