Definition
▶
προσπαθώ
prospatho
Προσπαθώ σημαίνει να κάνω μια προσπάθεια για να πετύχω κάτι ή να ολοκληρώσω μια εργασία.
노력하다는 어떤 것을 이루거나 작업을 완료하기 위해 시도하는 것을 의미합니다.
▶
Προσπαθώ να μάθω ελληνικά κάθε μέρα.
나는 매일 그리스어를 배우려고 노력하고 있습니다.
▶
Προσπαθώ να τελειώσω το πρότζεκτ πριν την προθεσμία.
나는 마감일 전에 프로젝트를 끝내려고 노력하고 있습니다.
▶
Προσπαθώ να γίνω καλύτερος στον αθλητισμό.
나는 스포츠에서 더 나아지려고 노력하고 있습니다.