Definition
▶
αβεβαιότητα
avevaiotita
Αβεβαιότητα είναι η κατάσταση κατά την οποία δεν υπάρχει σαφήνεια ή βεβαιότητα σχετικά με ένα γεγονός ή μια απόφαση.
불확실성은 사건이나 결정에 대해 명확성이나 확실성이 없는 상태입니다.
▶
Η αβεβαιότητα για το μέλλον μπορεί να προκαλέσει άγχος.
미래에 대한 불확실성은 스트레스를 유발할 수 있습니다.
▶
Στην επιστήμη, η αβεβαιότητα των μετρήσεων πρέπει να ληφθεί υπόψη.
과학에서는 측정의 불확실성을 고려해야 합니다.
▶
Η αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.
최근 몇 년 동안 노동 시장의 불확실성이 증가했습니다.