Definition
▶
σκοτεινός
skoteinos
Ο σκοτεινός είναι αυτός που έχει έλλειψη φωτός ή που δεν είναι φωτεινός.
어두운 것은 빛이 부족하거나 밝지 않은 것을 의미합니다.
▶
Ο ουρανός είναι σκοτεινός τη νύχτα.
하늘은 밤에 어둡다.
▶
Η σκοτεινή αίθουσα μας έκανε να νιώθουμε άβολα.
어두운 방은 우리를 불편하게 만들었다.
▶
Το σκοτεινό δάσος φαίνεται τρομακτικό.
어두운 숲은 무섭게 보인다.