Definition
▶
κενό
keno
Το κενό είναι η κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει ύλη ή αέρας, δημιουργώντας μια αίσθηση ανυπαρξίας ή κενού χώρου.
진공은 물질이나 공기가 없는 상태로, 존재하지 않거나 빈 공간의 느낌을 만들어냅니다.
▶
Ο επιστήμονας μελέτησε το κενό στο εργαστήριο.
과학자는 실험실에서 진공을 연구했습니다.
▶
Η συσκευή μπορεί να δημιουργήσει ένα κενό μέσα στον θάλαμο.
그 장치는 챔버 안에 진공을 생성할 수 있습니다.
▶
Το κενό είναι απαραίτητο για πολλές επιστημονικές πειραματικές διαδικασίες.
진공은 많은 과학적 실험 과정에 필요합니다.