Definition
▶
προσαρμογή
prosaromí
Η προσαρμογή είναι η διαδικασία της τροποποίησης ή της αλλαγής ενός στοιχείου για να ταιριάζει καλύτερα σε μια νέα κατάσταση ή απαιτήσεις.
조정은 새로운 상황이나 요구 사항에 더 잘 맞도록 요소를 수정하거나 변경하는 과정입니다.
▶
Η προσαρμογή του προγράμματος σπουδών ήταν αναγκαία για να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες των φοιτητών.
커리큘럼의 조정은 현대 학생들의 요구에 부응하기 위해 필요했습니다.
▶
Η γρήγορη προσαρμογή στις αλλαγές του κλίματος είναι σημαντική για την επιβίωση των ειδών.
기후 변화에 대한 신속한 조정은 종의 생존에 중요합니다.
▶
Η προσαρμογή των στρατηγικών μάρκετινγκ είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας.
경쟁력을 유지하기 위해 마케팅 전략의 조정이 필요합니다.