Definition
▶
σούπα
soúpa
Η σούπα είναι ένα υγρό πιάτο που παρασκευάζεται συνήθως με βρασμένα λαχανικά, κρέας ή ψάρι.
A sopa é um prato líquido que geralmente é preparado com vegetais, carne ou peixe cozidos.
▶
Η σούπα που έφτιαξα έχει καρότα και κοτόπουλο.
A sopa que eu fiz tem cenouras e frango.
▶
Χθες το βράδυ φάγαμε σούπα με ψάρι.
Ontem à noite comemos sopa de peixe.
▶
Η σούπα είναι ιδανική για τον χειμώνα.
A sopa é ideal para o inverno.