Definition
▶
φόρεμα
fórema
Το φόρεμα είναι ένα ρούχο που φοριέται κυρίως από γυναίκες και καλύπτει το σώμα από τους ώμους μέχρι τα πόδια.
O vestido é uma peça de roupa que é usada principalmente por mulheres e cobre o corpo dos ombros até os pés.
▶
Αγόρασα ένα νέο φόρεμα για το γάμο.
Comprei um vestido novo para o casamento.
▶
Το φόρεμα που διάλεξες είναι πολύ όμορφο.
O vestido que você escolheu é muito bonito.
▶
Φ woreμα της είναι φτιαγμένο από μεταξένιο ύφασμα.
O vestido dela é feito de tecido de seda.