Definition
▶
βλέπω
vlépo
Η λέξη 'βλέπω' σημαίνει να παρατηρώ ή να αντιλαμβάνομαι κάτι με τα μάτια μου.
A palavra 'vejo' significa observar ou perceber algo com os meus olhos.
▶
Βλέπω τον ήλιο να ανατέλλει.
Vejo o sol nascer.
▶
Βλέπω τους φίλους μου στο πάρκο.
Vejo meus amigos no parque.
▶
Βλέπω μια ταινία στο σινεμά.
Vejo um filme no cinema.