Definition
▶
ταξί
taxi
Το ταξί είναι ένα όχημα που μεταφέρει επιβάτες από το ένα μέρος στο άλλο, συνήθως με πληρωμή.
O táxi é um veículo que transporta passageiros de um lugar para outro, geralmente mediante pagamento.
▶
Πρέπει να καλέσουμε ένα ταξί για να πάμε στο αεροδρόμιο.
Precisamos chamar um táxi para ir ao aeroporto.
▶
Το ταξί που πήρα ήταν πολύ άνετο και γρήγορο.
O táxi que peguei era muito confortável e rápido.
▶
Μπορείς να βρεις ένα ταξί στην γωνία του δρόμου.
Você pode encontrar um táxi na esquina da rua.