Definition
▶
ενίσχυση
eníschysi
Η ενίσχυση είναι η διαδικασία προσθήκης υποστήριξης ή δύναμης σε κάτι, προκειμένου να γίνει πιο ισχυρό ή αποτελεσματικό.
A reforço é o processo de adicionar suporte ou força a algo, a fim de torná-lo mais forte ou eficaz.
▶
Η ενίσχυση της ασφάλειας στο κτίριο είναι απαραίτητη.
O reforço da segurança no prédio é necessário.
▶
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ενίσχυση των στρατευμάτων στην περιοχή.
O governo anunciou o reforço das tropas na região.
▶
Η ενίσχυση της εκπαίδευσης είναι σημαντική για την ανάπτυξη των παιδιών.
O reforço da educação é importante para o desenvolvimento das crianças.