Definition
▶
ανθρώπινος
anthropinos
Ο όρος 'ανθρώπινος' αναφέρεται σε κάτι που σχετίζεται με τον άνθρωπο ή την ανθρωπότητα.
O termo 'humano' refere-se a algo que está relacionado com o ser humano ou a humanidade.
▶
Η ανθρωπότητα έχει πολλές ανθρώπινες αξίες.
A humanidade tem muitos valores humanos.
▶
Η ανθρώπινη ζωή είναι πολύτιμη.
A vida humana é preciosa.
▶
Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι βασικές για την κοινωνία.
As relações humanas são fundamentais para a sociedade.