Definition
▶
συγκίνηση
singinisi
Η συγκίνηση είναι μια συναισθηματική κατάσταση που προκαλεί έντονα συναισθήματα ή αντιδράσεις.
A emoção é um estado emocional que provoca sentimentos ou reações intensas.
▶
Η συγκίνηση που ένιωσα όταν είδα το βίντεο ήταν απερίγραπτη.
A emoção que senti ao ver o vídeo foi indescritível.
▶
Η συγκίνηση της στιγμής με έκανε να δακρύσω.
A emoção do momento me fez chorar.
▶
Η συγκίνηση από την επίσκεψη των παλιών φίλων ήταν μεγάλη.
A emoção pela visita dos velhos amigos foi grande.