Definition
▶
συναισθηματικός
synaisthimatikos
Ο όρος 'συναισθηματικός' αναφέρεται σε κάποιον που εκφράζει ή βιώνει έντονα συναισθήματα.
O termo 'emocional' refere-se a alguém que expressa ou vivencia emoções intensas.
▶
Η ταινία ήταν τόσο συναισθηματική που όλοι έκλαψαν στο τέλος.
O filme era tão emocional que todos choraram no final.
▶
Ο Γιάννης είναι πολύ συναισθηματικός άνθρωπος και νιώθει βαθιά για τους άλλους.
Giannis é uma pessoa muito emocional e se importa profundamente com os outros.
▶
Η συναισθηματική αντίδραση της μητέρας της την εξέπληξε.
A reação emocional de sua mãe a surpreendeu.