Definition
▶
προκαλώ
prokalo
Η λέξη 'προκαλώ' σημαίνει να δημιουργώ ή να επιφέρω μια κατάσταση ή ένα αποτέλεσμα.
A palavra 'provo' significa criar ou trazer uma situação ou um resultado.
▶
Η καταιγίδα προκαλεί πολλές ζημιές.
A tempestade causa muitos danos.
▶
Η έλλειψη ύπνου μπορεί να προκαλέσει προβλήματα υγείας.
A falta de sono pode causar problemas de saúde.
▶
Οι αποφάσεις του κράτους προκαλούν αντιδράσεις στον πληθυσμό.
As decisões do governo causam reações na população.