Definition
▶
αλληλεπίδραση
allilepídrasi
Η αλληλεπίδραση είναι η διαδικασία με την οποία δύο ή περισσότερα στοιχεία αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους.
A interação é o processo pelo qual dois ou mais elementos interagem entre si.
▶
Η αλληλεπίδραση των διαφόρων πολιτισμών μπορεί να οδηγήσει σε νέες ιδέες.
A interação entre diferentes culturas pode levar a novas ideias.
▶
Η αλληλεπίδραση μεταξύ μαθητών και δασκάλων είναι κρίσιμη για τη μάθηση.
A interação entre alunos e professores é fundamental para o aprendizado.
▶
Οι επιστήμονες μελετούν την αλληλεπίδραση των φαρμάκων στον οργανισμό.
Os cientistas estudam a interação dos medicamentos no organismo.