Definition
▶
αυτοπεποίθηση
aftopipeíthesi
Η αυτοπεποίθηση είναι η εσωτερική πίστη και σιγουριά που έχει κάποιος για τις ικανότητές του.
A autoconfiança é a crença interna e a segurança que alguém tem em suas habilidades.
▶
Η αυτοπεποίθηση του Ανδρέα τον βοήθησε να περάσει τη συνέντευξη.
A autoconfiança de André o ajudou a passar na entrevista.
▶
Η αύξηση της αυτοπεποίθησης μπορεί να βελτιώσει την απόδοση στη δουλειά.
O aumento da autoconfiança pode melhorar o desempenho no trabalho.
▶
Η αυτοπεποίθηση είναι σημαντική για την επιτυχία σε κάθε τομέα της ζωής.
A autoconfiança é importante para o sucesso em qualquer área da vida.