Definition
▶
διαχρονικός
diachronikós
Ο διαχρονικός είναι αυτός που παραμένει επίκαιρος και σχετικός σε όλες τις εποχές, ανεξαρτήτως χρονικής περιόδου.
O atemporal é aquele que permanece relevante e aplicável em todas as épocas, independentemente do período de tempo.
▶
Το έργο του Σαίξπηρ είναι διαχρονικός και συνεχίζει να επηρεάζει τις σύγχρονες γενιές.
A obra de Shakespeare é atemporal e continua a influenciar as gerações contemporâneas.
▶
Η αγάπη είναι ένα διαχρονικός συναίσθημα που όλοι βιώνουμε.
O amor é um sentimento atemporal que todos nós experienciamos.
▶
Τα διαχρονικός μηνύματα του βιβλίου παραμένουν επίκαιρα ακόμα και σήμερα.
As mensagens atemporais do livro permanecem relevantes até hoje.