Definition
▶
εφευρετικότητα
efevretikótita
Η εφευρετικότητα είναι η ικανότητα να δημιουργείς νέες ιδέες ή λύσεις σε προβλήματα.
A inventividade é a capacidade de criar novas ideias ou soluções para problemas.
▶
Η εφευρετικότητα του παιδιού στην κατασκευή παιχνιδιών είναι εντυπωσιακή.
A inventividade da criança na construção de brinquedos é impressionante.
▶
Οι επιστήμονες συχνά χρειάζονται εφευρετικότητα για να επιλύσουν σύνθετα προβλήματα.
Os cientistas muitas vezes precisam de inventividade para resolver problemas complexos.
▶
Η εφευρετικότητα μπορεί να οδηγήσει σε καινοτομίες που αλλάζουν τον κόσμο.
A inventividade pode levar a inovações que mudam o mundo.