Definition
▶
αποδοχή
apodochí
Η αποδοχή είναι η διαδικασία ή η κατάσταση κατά την οποία κάποιος αποδέχεται κάτι ως αληθινό ή έγκυρο.
A aceitação é o processo ou o estado em que alguém aceita algo como verdadeiro ou válido.
▶
Η αποδοχή των όρων της συμφωνίας είναι απαραίτητη.
A aceitação dos termos do contrato é necessária.
▶
Η αποδοχή του εαυτού είναι σημαντική για την ψυχολογική ευημερία.
A aceitação de si mesmo é importante para o bem-estar psicológico.
▶
Η κοινωνία χρειάζεται την αποδοχή των διαφορετικών πολιτισμών.
A sociedade precisa da aceitação das diferentes culturas.