Definition
▶
παράδοξο
paradoxο
Το παράδοξο είναι μια κατάσταση ή δήλωση που φαίνεται να είναι αντίθετη ή παράλογη, αλλά μπορεί να αποκαλύψει μια αλήθεια.
O paradoxo é uma situação ou declaração que parece ser contraditória ou ilógica, mas pode revelar uma verdade.
▶
Το παράδοξο της επιλογής συχνά οδηγεί σε αμφιβολίες.
O paradoxo da escolha frequentemente leva a dúvidas.
▶
Η δήλωση του ήταν ένα παράδοξο που κανείς δεν μπορούσε να κατανοήσει.
A declaração dele era um paradoxo que ninguém conseguia entender.
▶
Το παράδοξο της ειρήνης σε έναν πόλεμο είναι κάτι που προβληματίζει πολλούς.
O paradoxo da paz em uma guerra é algo que preocupa muitos.