Definition
▶
προβλέπω
provlépω
Η πρόβλεψη είναι η ικανότητα να γνωρίζουμε ή να εκτιμούμε τι θα συμβεί στο μέλλον.
A previsão é a capacidade de saber ou estimar o que acontecerá no futuro.
▶
Προβλέπω ότι θα βρέξει αύριο.
Prevejo que vai chover amanhã.
▶
Η επιστήμονας μπορεί να προβλέψει τις κλιματικές αλλαγές.
A cientista pode prever as mudanças climáticas.
▶
Προβλέπω μια μεγάλη αύξηση στην αγορά εργασίας.
Prevejo um grande aumento no mercado de trabalho.