Definition
▶
ιδιαιτερότητα
idiaiterótita
Η ιδιαιτερότητα αναφέρεται σε μια μοναδική ή ξεχωριστή ποιότητα ή χαρακτηριστικό ενός ατόμου ή αντικειμένου.
A peculiaridade refere-se a uma qualidade ou característica única ou distinta de uma pessoa ou objeto.
▶
Η ιδιαιτερότητα της τέχνης του καλλιτέχνη τον καθιστά μοναδικό.
A peculiaridade da arte do artista o torna único.
▶
Η ιδιαιτερότητα της κουλτούρας μας είναι κάτι που πρέπει να διατηρήσουμε.
A peculiaridade da nossa cultura é algo que devemos preservar.
▶
Κάθε άνθρωπος έχει την ιδιαιτερότητά του που τον κάνει ξεχωριστό.
Cada pessoa tem a sua peculiaridade que a torna especial.