Definition
▶
σύνθεση
sýnthesi
Η σύνθεση είναι η διαδικασία συνδυασμού διαφορετικών στοιχείων για να δημιουργηθεί ένα νέο σύνολο ή έργο.
A composição é o processo de combinar diferentes elementos para criar um novo conjunto ou obra.
▶
Η σύνθεση αυτού του μουσικού κομματιού είναι μοναδική.
A composição desta peça musical é única.
▶
Στην τάξη μας, μάθαμε για την σύνθεση των χημικών ουσιών.
Na nossa aula, aprendemos sobre a composição das substâncias químicas.
▶
Η σύνθεση των έργων του καλλιτέχνη αντικατοπτρίζει την κουλτούρα του.
A composição das obras do artista reflete sua cultura.