Definition
▶
πολυπλοκότητα
poliplokótita
Η πολυπλοκότητα αναφέρεται στην κατάσταση του να είναι κάτι σύνθετο ή δύσκολο να κατανοηθεί.
A complexidade refere-se ao estado de ser algo que é complexo ou difícil de entender.
▶
Η πολυπλοκότητα του νέου υπολογιστικού προγράμματος με δυσκολεύει.
A complexidade do novo programa de computador está me dificultando.
▶
Πρέπει να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχέσεων.
Precisamos entender a complexidade das relações sociais.
▶
Η πολυπλοκότητα του προβλήματος απαιτεί διαφορετικές προσεγγίσεις.
A complexidade do problema exige abordagens diferentes.