Definition
▶
προγραμματισμός
programmatismós
Ο προγραμματισμός είναι η διαδικασία δημιουργίας και υλοποίησης αλγορίθμων για την επίλυση προβλημάτων μέσω υπολογιστών.
A programação é o processo de criação e implementação de algoritmos para resolver problemas por meio de computadores.
▶
Ο προγραμματισμός είναι απαραίτητος για την ανάπτυξη λογισμικού.
A programação é essencial para o desenvolvimento de software.
▶
Μαθαίνω προγραμματισμό για να μπορώ να δημιουργώ εφαρμογές.
Estou aprendendo programação para poder criar aplicativos.
▶
Η εκπαίδευση στον προγραμματισμό μπορεί να ανοίξει πολλές επαγγελματικές ευκαιρίες.
A formação em programação pode abrir muitas oportunidades profissionais.