Definition
▶
αυτοεκτίμηση
aytoektímisi
Η αυτοεκτίμηση είναι η αντίληψη που έχει ένα άτομο για την αξία του και την ικανότητά του.
A autoavaliação é a percepção que uma pessoa tem de seu valor e de sua capacidade.
▶
Η υψηλή αυτοεκτίμηση μπορεί να βελτιώσει τις σχέσεις μας.
Uma alta autoavaliação pode melhorar nossos relacionamentos.
▶
Η αυτοεκτίμηση επηρεάζει την ψυχική υγεία.
A autoavaliação afeta a saúde mental.
▶
Πρέπει να δουλέψουμε για να ενισχύσουμε την αυτοεκτίμησή μας.
Precisamos trabalhar para fortalecer nossa autoavaliação.