Definition
▶
αδιαφορία
adiaforía
Η αδιαφορία είναι η έλλειψη ενδιαφέροντος ή συναισθηματικής αντίδρασης απέναντι σε γεγονότα ή καταστάσεις.
A indiferença é a falta de interesse ou reação emocional diante de fatos ou situações.
▶
Η αδιαφορία του για τα προβλήματα των άλλων τον απομάκρυνε από τους φίλους του.
A indiferença dele pelos problemas dos outros o afastou dos amigos.
▶
Η αδιαφορία της απέναντι στην πολιτική κατάσταση ανησυχεί τους γονείς της.
A indiferença dela em relação à situação política preocupa seus pais.
▶
Δεν μπορώ να καταλάβω την αδιαφορία που δείχνουν κάποιοι για το περιβάλλον.
Não consigo entender a indiferença que alguns demonstram em relação ao meio ambiente.