Definition
▶
εντροπία
entropia
Η εντροπία είναι ένα μέτρο της αταξίας ή της αβεβαιότητας σε ένα σύστημα.
A entropia é uma medida da desordem ou da incerteza em um sistema.
▶
Η εντροπία ενός κλειστού συστήματος τείνει να αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου.
A entropia de um sistema fechado tende a aumentar com o passar do tempo.
▶
Στη φυσική, η εντροπία χρησιμοποιείται για να περιγράψει την κατεύθυνση των φυσικών διαδικασιών.
Na física, a entropia é usada para descrever a direção dos processos físicos.
▶
Η εντροπία παίζει κρίσιμο ρόλο στη θεωρία της θερμοδυναμικής.
A entropia desempenha um papel crucial na teoria da termodinâmica.