Definition
▶
οξύμωρο
oxymoro
Ο όρος 'οξύμωρο' αναφέρεται σε μια φράση ή ιδέα που περιέχει αντιφάσεις ή αντίθετες έννοιες, που προκαλούν μια παράδοξη ή αστεία εικόνα.
O termo 'oxímoro' refere-se a uma frase ou ideia que contém contradições ou conceitos opostos, que provocam uma imagem paradoxal ou engraçada.
▶
Η φράση 'σιωπή που φωνάζει' είναι ένα γνωστό οξύμωρο.
A frase 'silêncio que grita' é um conhecido oxímoro.
▶
Το 'πικρό γλυκό' είναι ένα οξύμωρο που περιγράφει μια αντιφατική γεύση.
O 'amargo doce' é um oxímoro que descreve um sabor contraditório.
▶
Ο συγγραφέας χρησιμοποίησε το οξύμωρο 'θλιμμένος χαμογελαστός' για να δείξει την εσωτερική σύγκρουση του χαρακτήρα.
O autor usou o oxímoro 'triste sorridente' para mostrar o conflito interno do personagem.