Definition
▶
γλυκός
glykos
Ο γλυκός είναι αυτός που έχει ευχάριστη γεύση, όπως αυτή της ζάχαρης ή του μελιού.
O doce é aquele que tem um sabor agradável, como o do açúcar ou do mel.
▶
Το γλυκό κέικ που έψησε η μαμά ήταν υπέροχο.
O bolo doce que a mamãe assou estava maravilhoso.
▶
Αυτό το φρούτο είναι πολύ γλυκό.
Esta fruta é muito doce.
▶
Μου αρέσουν οι γλυκές λιχουδιές.
Eu gosto de doces.