Definition
▶
προσαρμογή
prosaromí
Η προσαρμογή είναι η διαδικασία της αλλαγής ή της προσαρμογής σε νέες συνθήκες ή απαιτήσεις.
A adaptação é o processo de mudança ou ajuste a novas condições ou exigências.
▶
Η προσαρμογή στις νέες τεχνολογίες είναι απαραίτητη για την επιτυχία.
A adaptação às novas tecnologias é necessária para o sucesso.
▶
Η προσαρμογή του προγράμματος σπουδών έγινε για να καλύψει τις ανάγκες των μαθητών.
A adaptação do currículo foi feita para atender às necessidades dos alunos.
▶
Η προσαρμογή στο νέο περιβάλλον εργασίας απαιτεί χρόνο.
A adaptação ao novo ambiente de trabalho leva tempo.