Definition
▶
ακτή
aktí
Η ακτή είναι η περιοχή της γης που βρίσκεται δίπλα σε μια θάλασσα ή έναν ωκεανό.
A costa é a área da terra que está ao lado de um mar ou de um oceano.
▶
Η ακτή του νησιού είναι γεμάτη με όμορφες παραλίες.
A costa da ilha está cheia de lindas praias.
▶
Πήγαμε για πικνίκ στην ακτή και απολαύσαμε τον ήλιο.
Fomos fazer um piquenique na costa e aproveitamos o sol.
▶
Η ακτή είναι ιδανική για κολύμπι και θαλάσσια σπορ.
A costa é ideal para nadar e praticar esportes aquáticos.