Definition
▶
απλός
aplós
Ο απλός είναι αυτός που έχει λίγες ή καθόλου σύνθετες ιδιότητες ή στοιχεία.
O simples é aquele que possui poucas ou nenhuma propriedade ou elemento complexo.
▶
Το σχέδιο του σπιτιού είναι πολύ απλός.
O projeto da casa é muito simples.
▶
Αυτός ο κανόνας είναι απλός και εύκολος να κατανοηθεί.
Esta regra é simples e fácil de entender.
▶
Προτιμώ μια απλή ζωή χωρίς περιττές πολυτέλειες.
Prefiro uma vida simples, sem luxos desnecessários.