Definition
▶
άνοιξη
ánoixi
Η άνοιξη είναι η εποχή του χρόνου που ακολουθεί τον χειμώνα και προηγείται του καλοκαιριού, χαρακτηριζόμενη από την άνθηση των φυτών και τη μεταβολή του καιρού.
A primavera é a estação do ano que segue o inverno e precede o verão, caracterizada pela floração das plantas e pela mudança do clima.
▶
Η άνοιξη είναι η αγαπημένη μου εποχή γιατί όλα ανθίζουν.
A primavera é a minha estação favorita porque tudo floresce.
▶
Κατά την άνοιξη, οι μέρες γίνονται πιο ζεστές και η φύση ξυπνά.
Na primavera, os dias ficam mais quentes e a natureza acorda.
▶
Στην άνοιξη, πολλοί άνθρωποι κάνουν βόλτες στα πάρκα για να απολαύσουν τον ήλιο.
Na primavera, muitas pessoas passeiam nos parques para aproveitar o sol.