Definition
▶
αυτοχθονία
aytochthonía
Η αυτοχθονία αναφέρεται στην ικανότητα ενός λαού ή ενός οργανισμού να προέρχεται από μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, χωρίς να έχει εισαχθεί από άλλες περιοχές.
A autoctonia refere-se à capacidade de um povo ou de um organismo de se originar de uma determinada área geográfica, sem ter sido introduzido de outras áreas.
▶
Η αυτοχθονία των φυτών στην Κρήτη συμβάλλει στη μοναδικότητα του οικοσυστήματος.
A autoctonia das plantas em Creta contribui para a singularidade do ecossistema.
▶
Η αυτοχθονία των ελληνικών γλωσσών αναδεικνύει την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά της χώρας.
A autoctonia das línguas gregas destaca a rica herança cultural do país.
▶
Η αυτοχθονία των λαών της Αυστραλίας είναι σημαντική για την κατανόηση της ιστορίας της ηπείρου.
A autoctonia dos povos da Austrália é importante para entender a história do continente.