Definition
▶
Είμαι
Eimai
Είμαι είναι το ρήμα που δηλώνει την ύπαρξη ή την κατάσταση ενός ανθρώπου ή αντικειμένου.
Является глаголом, который обозначает существование или состояние человека или объекта.
▶
Είμαι μαθητής στο σχολείο.
Я ученик в школе.
▶
Είμαι πολύ χαρούμενος σήμερα.
Я сегодня очень счастлив.
▶
Είμαι από την Ελλάδα.
Я из Греции.