Definition
▶
Πέμπτη
Pémpti
Η Πέμπτη είναι η πέμπτη ημέρα της εβδομάδας, μετά την Τετάρτη και πριν την Παρασκευή.
Четверг — это пятый день недели, после среды и перед пятницей.
▶
Αύριο είναι Πέμπτη και έχω ραντεβού.
Завтра четверг, и у меня встреча.
▶
Η Πέμπτη είναι η ημέρα που πηγαίνω στο γυμναστήριο.
Четверг — это день, когда я хожу в спортзал.
▶
Στην Πέμπτη θα έχουμε οικογενειακό δείπνο.
В четверг у нас будет семейный ужин.